Γλωσσάρι: Όροι που αρχίζουν από ε

Ε312-γαλλικός δωδεκυλεστέρας

dodecyl gallate    gallate de dodécyle

Αντιοξειδωτικό σε πολλά λιπαρά προϊόντα, το οποίο προστίθεται συνήθως ώστε να αποφευχθεί η αλλίωση της οσμής.

Ε325-γαλακτικό νάτριο

sodium lactate    lactate de sodium

Πρόσθετη ύλη τροφίμων που ενισχύει την αντιοξειδωτική δράση άλλων ουσιών.

Ε326-γαλακτικό κάλιο

potassium lactate    lactate de potassium

Πρόσθετη ύλη τροφίμων που ενισχύει την αντιοξειδωτική δράση άλλων ουσιών.

Ε327-γαλακτικό ασβέστιο

calcium lactate    lactate de calcium

Πρόσθετη ύλη τροφίμων που ενισχύει την αντιοξειδωτική δράση άλλων ουσιών.

Ε330-κιτρικό οξύ

citric acid    acide citrique

Ενισχύει την αντιοξειδωτική δράση άλλων ουσιών. Συναντάται σε πολλά φρούτα και λαχανικά. Χρησιμοποιείται ευρέως, για τη ρύθμιση του pΗ κομποστών και άλλων σκευασμάτων.

Ε407-καρραγενάνες

carrageenan    carraghénates

Εξάγονται από φύκη και χρησιμοποιούνται ως γαλακτωματοποιητές και σταθεροποιητές πηκτών.

Ε410-κόμμι χαρουπινή

locust bean gum    farine de graines de caroubes

Υδροκολλοειδής πολυσακχαρίτης μεγάλου μοριακού βάρους που χρησιμοποιείται ως πηκτικό μέσο. Εξάγεται από τα σπέρματα της χαρουπιάς με λατινική ονομασία Ceratonia siliqua.

Ε412-κόμμι γκουάρ

guar gum    gomme de guar

Υδροκολλοειδής πολυσακχαρίτης, που χρησιμοποιείται ως πηκτωματογόνο. Εξάγεται από τα σπέρματα της πόας με λατινική ονομασία Cyamopsis tetragonolobus. Σημειώνεται ότι οι τρυφεροί χέδρωπες αυτής της πόας θεωρούνται εξαίρετο λαχανικό.

Ε413-κόμμι τραγακάνθιο

tragacanth gum    gomme adragante

Αποτελείται από πολυσακχαρίτες και χρησιμοποιείται ως πηκτωματογόνο. Εξάγεται από εκκρίματα του δένδρου Astragalus gummifer.

Ε414-κόμμι αραβικό

arabic gum    gomme arabique

Αποτελείται από πολυσακχαρίτες και χρησιμοποιείται ως πηκτικό μέσο. Λαμβάνεται κυρίως από εκκρίματα της Ακακίας της Σενεγάλης (Acacia Senegal).

Ε415-κόμμι ξανθάν

xanthan gum    gomme de xanthan

Πηκτωματογόνο.

Ε421-μαννίτης

mannitol    mannitol

Φυσική γλυκαντική ύλη που βρίσκεται κυρίως σε εκκρίματα φυτών του γένους Μάννα. Ανήκει στα πυκνωτικά μέσα.

Ε463-υδροξυπροπυλοκυτταρίνη

hydroxypropylcellulose    hydroxypropylcellulose

Χρησιμοποιείται ως σταθεροποιητής ή και ως πυκνωτικό μέσο.

Ε464-υδροξυπροπυλομεθυλοκυτταρίνη

hydroxypropylmethylcellulose    hydroxypropylmethylcellulose

Χρησιμοποιείται ως σταθεροποιητής ή και ως πυκνωτικό μέσο

Ε466-καρβοξυμεθυλοκυτταρίνη

carboxymethylcellulose    carboxyméthylcellulose

Σταθεροποιητής και πυκνωτικό μέσο. Με την προσθήκη αυτής της ουσίας σε αμυλούχα προϊόντα, σε αναλογία 0.5%, είναι δυνατή η μείωση της περιεκτικότητας των τελευταίων σε άμυλο μέχρι 50%. Χρησιμοποιείται επίσης στην παραγωγή παγωτών και άλλων ειδών ζαχαροπλαστικής.

εδώδιμος

edible    comestible

Λέγεται αυτό που είναι κατάληλο να φαγωθεί.

εκκολαπτική μηχανή

incubator    incubateur

Ειδικός θερμαινόμενος θάλαμος επωάσεως αυγών.

ελαίαγνος

gumi    datte de Trébizonde

Ο καρπός του δέντρου με λατινική ονομασία Elaeagnus multiflora. Έχει καρπό με σκληρό πυρίνα μήκους 1 cm και έχει πορτοκαλί χρώμα. Όταν ωριμάσουν οι καρποί του είναι χυμώδεις και βρώσιμοι με όξινη γέυση.

ελαϊκό οξύ

oleic acid    acide oléique

Είναι ένα λιπαρό οξύ που βρίσκεται σε διάφορα ζωίκα ή φυτικά λίπη. Είναι άοσμο, άχρωμο και χρησιμοποιείται κυρίως στη σαπουνοποιία.

ελαιόλαδο

olive oil    huile d'olive

Ελαιόλαδο ονομάζεται στα Ελληνικά το λάδι που προέρχεται απο τους καρπούς της ελιάς με λατινική ονομασία Olea europaea. Είναι βασικό στοιχείο της μεσογειακής διατροφής και θεωρείται προιόν υγιεινής διατροφής λόγω της περιεκτικότητάς του σε μονοακόρεστα λιπαρά. Οι μεσογειακές χώρες είναι από τους σημαντικότερους παραγωγούς ελαιολάδου στον κόσμο, με την Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιταλία να παράγουν τις μεγαλύτερες ποσότητες. Η Ισπανία παράγει τις μεγαλύτερες ποσότητες ελαιολάδου από τις άλλες δύο, ενώ η Ελλάδα το ποιο ποιοτικό.

ελαιόλαδο κουπέ

pur olive oil    huile d'olive pure

Είναι μείγμα ραφιναρισμένου με παρθένο ελαιόλαδο. Συχνά γίνονται προσμίξεις σε διάφορες αναλογίες κάτι το οποίο συμβαίνει για τη βελτίωση των οργανοληπτικών χαρακτήρων του παρθένου ελαιολάδου και συνήθως για την ελάττωση της οξύτητάς του.

ελαιόλαδο παρθένο

virgin olive oil    huile d'olive vierge

Είναι το ελαιόλαδο που λαμβάνεται από τον καρπό της ελιάς με μηχανικά ή φυσικά μέσα και κατά την παραλαβή του εφαρμόζονται συνθήκες οι οποίες δεν προκαλούν αλλοιώσεις στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του. Το ελαιόλαδο της κατηγορίας αυτής δεν έχει υποβληθεί σε καμιά επεξεργασία, εκτός από πιθανή μετάγγιση, φυγοκέντριση και διήθηση.

ελαιόλαδο παρθένο εξαιρετικό

extra virgin olive oil    huile d'olive vierge extra

Είναι παρθένο ελαιόλαδο με οξύτητα μικρότερη του 0,8%.

ελαιομαργαρίνη

oil margarine    oléomargarine

βλ. μαργαρίνη.

ελαιόπιτα

olive cake    pain d'huile

Υποπροϊόν της ελαιουργίας το οποίο είναι στερεό και απομένει μετά την έκθλιψη της ελιάς.

ελαιοπυρηνέλαιο

olive kernel oil    huile des grignons d'olive

Είναι το εξευγενισμένο λάδι που περιέχει αποκλειστικά έλαια, τα οποία προέρχονται από την επεξεργασία πυρήνων ελιάς.

ελαφάκι

young stag    hère

Ελάφι νεαρής ηλικίας.

ελάφι

deer    cerf commun

Το τριχωτό θήραμα με λατινική ονομασία Cervus elaphus. Το όνομα αυτό δίνεται και σε άλλα είδη ελαφιών.

ελαφόβοσκο

parsnip    panais

Το φυτό με λατινική ονομασία Pastinaca sativa έχει τρυφερούς βλαστούς που τρώγονται ως σαλάτα και η ρίζα του χρησιμοποιείται σε σούπες ή πουρέδες.

ελιές

olives    olives

Οι καρποί του δέντρου της ελιάς που χωρίζονται σε ελιές που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ελαιολάδου και σε επιτραπέζιες που χρησιμοποιούνται μετά απο επεξεργασία για βρώση.
Αρχή της σελίδας