Γλωσσάρι: Όροι που αρχίζουν από κ

καραμελόχρωμα-Ε150

caramel    caramel

Φυσική χρωστική ύλη καφέ χρώματος, της μάζας και της επιφάνειας των τροφίμων. Λαμβάνεται αποκλειστικά με τη θέρμανση της ζάχαρης.

καραμπόλα-αβερρόη

carambola    carambole

Το τροπικό φρούτο με λατινική ονομασία Averrhoa carambola. Χρησιμοποιείται για την παρασκευή ζελέδων, μαρμελάδων αλλά και φρέσκο σαν ντεκόρ σε διάφορα πιάτα λόγω του αστεροειδούς σχήματός του.

καράνδα

caranda    caranda

Το τροπικό φρούτο του αειθαλούς θάμνου με λατινική ονομασία Carissa carandas. Έχει μέγεθος κερασιού, κόκκινο χρώμα και είναι πολύ αρωματικός. Τρώγεται νωπός ή ως μαρμελάδα.

καράσσιος

crucian carp    carassin, carache

Το ψάρι των γλυκών νερών με λατινική ονομασία Carassius carassius.

καρβέλι

loaf    miche, pain

Ψωμί παραδοσιακό με στρογγυλό σχήμα.

καρβοξυμεθυλοκυτταρίνη-Ε466

carboxymethylcellulose    carboxyméthylcellulose

Σταθεροποιητής και πυκνωτικό μέσο. Με την προσθήκη αυτής της ουσίας σε αμυλούχα προϊόντα, σε αναλογία 0.5%, είναι δυνατή η μείωση της περιεκτικότητας των τελευταίων σε άμυλο μέχρι 50%. Χρησιμοποιείται επίσης στην παραγωγή παγωτών και άλλων ειδών ζαχαροπλαστικής.

καρδαμίνη

cuckooflower, cardamine    cardamine de prés

To πολυετές μικρό φυτό με λατινική ονομασία Cardamine pratensis, που έχει γεύση παρόμοια με το κάρδαμο και τρώγεται ως σαλατικό.

κάρδαμο

garden-cress    cresson alénois

To φυτό της οικογένειας των Σταυρανθών Lepidium sativum. Χρησιμοποιείται ως σαλατικό και ως άρτυμα.

καρδάμωμο

cardamom    cardamome de Malabar

Ο καρπός και τα σπέρματα του φυτού με λατινική ονομασία Elettaria cardamomum var. minuscula, τα οποία χρησιμοποιούνται ως άρτυμα.

καρδάμωμο Βεγγάλης

bengal cardamom    cardamome du Bengale

Ο καρπός και τα σπέρματα του φυτού με λατινική ονομασία Amomum aromaticum τα οποία χρησιμοποιούνται ως άρτυμα.

καρδάμωμο Καμερούν

cameroons cardamom    cardamome du Cameroun

Ο καρπός και τα σπέρματα του φυτού με λατινική ονομασία Aframomum han-buryi, τα οποία χρησιμοποιούνται ως άρτυμα.

καρδάμωμο Κεϋλάνης

cardamom    cardamome sauvage de Ceylan

Ο καρπός και τα σπέρματα του φυτού με λατινική ονομασία Elettaria cardamomum var. major που χρησιμοποιούνται ως άρτυμα.

καρδάμωμο Κρερβάν

cambodian cardamom    cardamome Krervanh

Ο καρπός και τα σπέρματα του φυτού με λατινική ονομασία Amomum Krervanh, χρησιμοποιείται ως άρτυμα.

καρδάμωμο Μαδαγασκάρης

madagascar cardamom    cardamome de Madagascar

Ο καρπός και τα σπέρματα του φυτού με λατινική ονομασία Aframomum angustifolium που χρησιμοποιούνται ως άρτυμα.

καρδάμωμο Νεπάλης

nepal cardamom    cardamome du Népal

Ο καρπός και τα σπέρματα του φυτού με λατινική ονομασία Amomum subulatum, που χρησιμοποιούνται ως άρτυμα.

καρδάμωμο στρογγυλό

round cardamom    cardamome ronde

Ο καρπός και τα σπέρματα του φυτού με λατινική ονομασία Amomum kepulaga, που χρησιμοποιούνται ως άρτυμα.

καρδιά μόσχου

heart    coeur

Ανήκει στα παραπροϊόντα κρέατος και η θρεπτική της αξία είναι παραπλήσια με αυτή του κρέατος.

Καρέ ντού ελέ

Carre de l’ Est

Ο τύπος του τυριού είναι ημίσκληρο, με προέλευση τη Γαλλία, παράγεται από αγελαδινό γάλα, η παλαίωσή του διαρκεί 3 εβδομάδες, το μέγεθός του είναι 10 εκατοστά διάμετρο, 3,5 εκατοστά ύψος, 125-250 γρ. βάρος και είναι τετράγωνο. Σερβίρεται με ελαφριά φρουτώδη κρασιά.

καρθαμέλαιο

safflower oil    huile de carthame

Είναι λάδι που εξάγεται από τα σπέρματα του φυτού με λατινική ονομασία Carthamus tinctorius. Χρησιμοποιείται κυρίως σαν μαγειρικό λάδι και για την παρασκευή μαργαρίνης.

καρικίδες

caricaceae    caricacées

Οικογένεια τροπικών δένδρων με σπουδαιότερο αντιπρόσωπο το πεπονόδενδρο-παπάϋα.

κάρνα

karna    khatta-karna

Το τροπικό φρούτο τον εσπεριδοειδών με λατινική ονομασία Citrus karna.

Κάρνια - Carnia

Ο τύπος του τυριού είναι σκληρό, με προέλευση την Ιταλία, παράγεται από αγελαδινό γάλα, η παλαίωσή του διαρκεί 6-12 μήνες, το μέγεθός του είναι 30 εκατοστά διάμετρο, 6 εκατοστά ύψος, 8 κιλά βάρος και είναι στρόγγυλο. Σερβίρεται στο frico μία τοπικού τύπου ομελέτα.

κάρο

caraway seed    carvi

Οι αποξηραμένοι καρποί του φυτού με λατινική ονομασία Carum carvi, που χρησιμοποιούνται ως άρτυμα.

καρότα

carrot    carotte

Η εδώδιμη ρίζα του φυτού με λατινική ονομασία Daucus carota. Τρώγονται μαγειρεμένα και φρέσκα σε σαλάτες.

καρότα με φύλλα

carrot bunch    carottes en botte

Είναι ολόκληρο το φυτό και συνήθως πωλλούνται έτσι όταν είναι πολύ μικρά.

καρπούζι

water melon    melon d' eau, pastèque

Το φρούτο με λατινική ονομασία Citrullus vulgaris. Φρούτα μεγάλα σε μέγεθος, σε στρογγυλό ή οβάλ σχήμα και με βάρος που μπορεί να φτάσει και τα 15 κιλά. Έχουν φλούδα σκούρη ή πιο ανοιχτόχρωμη πράσινη με ρίγες και σάρκα ροζ ή κόκκινη με μαύρα κουκούτσια. Τα καρπούζια περιέχουν μεγάλη ποσότητα νερού και λίγες θερμίδες.

κάρυ

curry    curry, cari

Μείγμα μπαχαρικών από τα πιο δημοφιλή, το οποίο περιέχει καρδάμωμο, κολίανδρο, κουρκουμά, κάρο κ.ά. Υπάρχουν διάφορα μείγματα κάρυ.

κάρυ πάστα

curry paste    pulpe de curry

Είναι ένα παχύρευστο μείγμα από αλεσμένα ή θρυμματισμένα βότανα ή μπαχαρικά και άλλα μυρωδικά. Η πάστα κάρυ είναι κυρίως γνωστή ως ένα βασικό συστατικό της ταϋλανδέζικης κουζίνας και έχει πολλές ποικιλίες. Κόκκινη, πράσινη, κίτρινη πάστα κάρυ, πάστα κάρυ panaeng.

κάρυ πάστα κίτρινη

yellow curry paste    pulpe jaune de curry

Τα κύρια συστατικά της είναι ο κουρκουμάς και κατά περίπτωση οι κίτρινες πιπεριές τσίλι από όπου προκύπτει και το κίτρινο χρώμα της. Τα υπόλοιπα συστατικά είναι ίδια με αυτά της κόκκινης πάστας κάρυ.

κάρυ πάστα κόκκινη

red curry paste    pulpe rouge de curry

Η κόκκινη πάστα κάρυ περιέχει κόκκινες πιπεριές τσίλι (φρέσκιες ή αποξηραμένες), φρέσκα κρεμμυδάκια, σκόρδο, μπλε τζίντζερ, λεμονόχορτο, σπόρους κόλιανδρου, μαύρο πιπέρι, αλάτι, πάστα γαρίδας και φύλλα κίτρου.
Αρχή της σελίδας